Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

«ΕΧΟΜΕΝ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΝ»


 Με αφορμή το από 14-9-2021 άρθρο του Παναγιώτη Τσιμπούκη στο Πρώτο Θέμα (παρατίθεται στο τέλος του παρόντος) εγείρεται (για πολλοστή φορά) μείζον θέμα σε ό,τι αφορά την ποιότητα της Ελληνικής Δικαιοσύνης αλλά και των ποικίλων «αρχών» που έχουν ξεφυτρώσει σαν μανιτάρια και στις οποίες συνήθως «βολεύονται» οι διάφοροι επιτήδειοι.
Οι εμπλεκόμενοι σε δικαστικές περιπέτειες (προφανώς καθ’ υπόδειξη των συνηγόρων τους) είθισται να δηλώνουν «Έχομεν  εμπιστοσύνην  εις  την  Ελληνικήν  Δικαιοσύνην».
Τι αντίκρισμα όμως έχει η πιό πάνω δήλωση στην πραγματικότητα;
Διαβάστε προσεκτικά το συγκεκριμένο άρθρο και βγάλτε συμπέρασμα.
Ας υποθέσουμε π.χ. ότι έχουμε μία δικαστική υπόθεση για την  οποία καλείται να αποφασίσει μία δικαστίνα.
Ας υποθέσουμε επίσης ότι είτε ένας εν ενεργεία δικαστής είτε ένας πρώην δικαστής, προκειμένου να «στήνει» αποτελέσματα υποθέσεων μέσω εκβιασμών, διατηρεί αρχείο με πορνογραφικό υλικό, που συμπεριλαμβάνει πολλές δικαστίνες, μεταξύ των οποίων και η συγκεκριμένη.
Ας υποθέσουμε, τέλος, ότι αυτός ενδιαφέρεται για τη συγκεκριμένη δικαστική υπόθεση.
Εσείς δε θα ανησυχούσατε για την αμεροληψία της δικαστικής απόφασης;
Οι πιό πάνω υποθέσεις δεν ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας αλλά ανακύπτουν εντελώς φυσιολογικά σαν συνέπεια του περιεχομένου του εν λόγω άρθρου, βάσει του οποίου συγκεκριμένη δικαστίνα (και όχι μόνον) καταγγέλλει ως γεγονότα τα όσα υποθετικά διαλαμβάνονται ως άνω.
Καταγγέλλεται επίσης διαπλοκή του «δραστήριου» (νυν είτε και πρώην) δικαστή και με τα δύο μεγάλα κόμματα, γεγονός που ξαναφέρνει στην επιφάνεια τον «σφιχτό εναγκαλισμό»  των κομμάτων (εξουσίας κυρίως) στη δικαιοσύνη, γεγονός που δίνει το δικαίωμα στον καθένα, όταν βλέπει «περίεργες» (κατά τη γνώμη του) δικαστικές αποφάσεις, να υποθέτει ότι υπάρχει πολιτικός δάκτυλος. Και, από τέτοιες «περίεργες» (τουλάχιστον) δικαστικές αποφάσεις (είτε και εισαγγελικές διατάξεις, κλπ.), δόξα τω θεώ, δεν υπάρχει έλλειψη εδώ στο Δήμο Διονύσου. Θα μπορούσε να έχει σχέση ο «σφιχτός εναγκαλισμός» του Δημάρχου (αλλά και γενικότερα πρωτοκλασάτων ανθρώπων της δημοτικής αρχής) με τα (εκάστοτε) κόμματα εξουσίας (και όχι μόνον);
Η καταγγελία ότι η δικαστίνα άρχισε να δέχεται σεξουαλικές παρενοχλήσεις από το συγκεκριμένο δικαστή στο παρελθόν, όταν ακόμη αυτή φοιτούσε στη Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και εκείνος, τότε, ήταν αρχικά μέλος της εξεταστικής επιτροπής του εισαγωγικού διαγωνισμού και στη συνέχεια είχε εκπαιδευτική δραστηριότητα στη Σχολή, εγείρει επιπλέον το μείζον ζήτημα της φερεγγυότητας (ή της αφερεγγυότητας) του τρόπου με τον οποίο κάποιος γίνεται δικαστής. Θεωρητικά, βάσει της άνω καταγγελίας, μπορεί κάποιος να είναι «τούβλο» αλλά, παρ’ όλα αυτά, να καταφέρει να γίνει δικαστής, μόνο και μόνο διότι ενέδιδε στις σεξουαλικές ορέξεις είτε του οποιουδήποτε εξεταστή του στον εισαγωγικό διαγωνισμό είτε και του οποιουδήποτε εκπαιδευτή του στη Σχολή. Αλήθεια, τι γνώσεις, τι ηθικά ερείσματα έχει, τι αντιστάσεις θα μπορούσε να προβάλει στους ποικίλους «πειρασμούς» και, συνακόλουθα, τι εχέγγυα θα μπορούσε να παρέχει ένας τέτοιος δικαστής για μία σωστή και αμερόληπτη δικαστική κρίση;
«Σπάνε κόκκαλα», πραγματικά, οι πιό πάνω προβληματισμοί.
Στο δικαστή (γενικότερα στις Αρχές, κυρίως όμως στο δικαστή) καταφεύγει ο πολίτης για να προστατέψει τα ποικίλα δικαιώματά του, μεταξύ των οποίων και τα ανεκτίμητα εκείνα αγαθά που τον καθιστούν άνθρωπο, όπως π.χ. η προστασία της προσωπικότητάς του, της τιμής και της υπόληψής του, κοκ. Για σκεφθείτε το ενδεχόμενο να εξαρτάται η προσωπικότητά σας (αλλά και η περιουσία σας, η τύχη η δική σας είτε και της οικογενείας σας και γενικότερα το μέλλον σας ολόκληρο) από την κρίση ενός δικαστή που, ΚΑΤ’ ΑΡΧΗΝ ΚΑΙ ΕΚ ΠΡΟΟΙΜΙΟΥ, ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑΣ; Δε σας πιάνει πανικός με τη σκέψη και μόνον ότι ενδέχεται να δικαστείτε από κάποιον άσχετο και διεφθαρμένο;
Τελειώνοντας, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι οι καταγγελίες σε βάρος δικαστών που κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότητας (π.χ. περίπτωση Παπαγγελόπουλου) προέρχονται ιδίως από άλλους δικαστές, οπότε, σ’ αυτή την περίπτωση, δε μπορεί να γίνει λόγος περί «συνωμοσιολογίας». Επομένως, οι πιό πάνω προβληματισμοί είναι εύλογοι και, πάντως, επ’ ουδενί  μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστούν παραπροϊόν συνωμοσιολογίας.
Βεβαίως, υπάρχει και το τεκμήριο της αθωότητας, βάσει του οποίου, από νομικής πλευράς, ουδείς θεωρείται ένοχος πριν από σχετική αμετάκλητη δικαστική καταδίκη του. Στην πολιτική όμως και στον δημόσιο βίο γενικότερα κατισχύει το δικαίωμα της δημόσιας κριτικής. Γι’ αυτό, το πιό πάνω τεκμήριο της αθωότητας δεν αναιρεί το δικαίωμα της κριτικής οποιουδήποτε δημόσιου προσώπου, συμπεριλαμβανομένου και του οποιουδήποτε δικαστή, πολύ περισσότερο του συστήματος της δικαιοσύνης γενικότερα. Και αυτό διότι, ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΒΙΟ, ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΤΙΜΙΟΣ ΑΛΛΑ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΦΑΙΝΕΣΑΙ ΤΙΜΙΟΣ (σύμφωνα με τη ρήση «Η γυναίκα του Καίσαρος πρέπει να φαίνεται και τιμία»).
Η πλευρά του συγκεκριμένου δικαστή καταγγέλλει μεν τις σε βάρος του κατηγορίες ως προκατασκευασμένες και συκοφαντικές, πλην όμως, ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΟΥ, έσπευσε να παραιτηθεί από τη θέση ευθύνης που κατείχε ως πρόεδρος της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΕΠΠ). Για συγκρίνετε τη συγκεκριμένη περίπτωση με αυτήν του δημάρχου μας, του κ. Ιωάννη Καλαφατέλη, ο οποίος, επικαλούμενος το τεκμήριο της αθωότητας, έχει βάλει κόλλα στην δημαρχιακή καρέκλα και έχει καθίσει επάνω της, παρ’ ότι υπόδικος σε βαθμό κακουργήματος για απιστία σε βάρος του ίδιου αυτού του δήμου του οποίου προΐσταται.Έτσι, ο κ. Καλαφατέλης, θα πάει στο δικαστήριο με αντίδικο τον εαυτό του (βλέπετε σχετικά και δημοσιεύματά μας με τίτλους ΤΑ «ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΑ» ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΗΝ ΚΟΜΠΙΝΑ ΤΩΝ «ΝΕΡΩΝ» και ΔΙΚΗ ΠΑΡΩΔΙΑ ΜΕΘΟΔΕΥΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ Ο ΚΑΛΑΦΑΤΕΛΗΣ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΝΕΡΩΝ).

Κατά τα λοιπά, βεβαίως – βεβαίως, «έχομεν εμπιστοσύνην εις την Ελληνικήν Δικαιοσύνην».